νικηφόρος


νικηφόρος
[никифорос] εκ. победоносный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νικηφόρος" в других словарях:

  • Νικηφόρος — ο Никифор – 1) имя некоторых святых Православной Церкви; 2) имя некоторых византийских императоров и военачальников: Νικηφόρος Φωκάς Никифор Фока; 3) мужское имя Этим. < νίκη + φορος < φέρω «победа + приносить» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Νικηφόρος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νικηφόρος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ίδρυσε τη Μονή Χαρσιανού. Η μνήμη του τιμάται στις 23 Οκτωβρίου. 2. Ν. ο Φωκάς. Αυτοκράτορας του Βυζάντιου. Η μνήμη του τιμάται στις 11 Δεκεμβρίου. 3. Πιάστηκαν αιχμάλωτοι μαζί με τον Στέφανο και… …   Dictionary of Greek

  • νικηφόρος — νῑκηφόρος , νικηφόρος masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νικηφόρος — α, ο αυτός που φέρνει, που πετυχαίνει νίκη: ...Και χαραυγή μερώνει νικηφόρα, τ άγριο τ απαρηγόρητο σκοτάδι (Προβελέγγιος) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Νικηφόρος Φωκάς — Βυζαντινός αυτοκράτορας. Βλ. λ. Νικηφόρος. Όνομα βυζαντινών αυτοκρατόρων (2.) …   Dictionary of Greek

  • Νικηφόρος ή Νικηφορίτζης — (11ος αι.). Βυζαντινός ευνούχος, που υπηρέτησε στην Αυλή του Βυζάντιου στα χρόνια του Κωνσταντίνου Γ’ Δούκα (1059 67) και του Μιχαήλ Z’ Δούκα (1071 78), ο οποίος τον διόρισε Λογοθέτη του Δρόμου. Η πολιτική του δράση, καθώς και η έντονη επιρροή… …   Dictionary of Greek

  • Νικηφόρος ο Ιβηρίτης — Αγωνιστής του 1821. Ήταν μοναχός στο Άγιον Όρος και μαζί με πολλούς άλλους ακολούθησε τον Εμμανουήλ Πάπα, στην προσπάθειά του να καταστήσει τη Χαλκιδική, επαναστατική εστία. Με μερικούς οπαδούς του πήγε στην Κασσάνδρεια, αλλά επειδή απειλήθηκε να …   Dictionary of Greek

  • Νικηφόρος ο Καίσαρ — Γιος του βασιλιά του Βυζάντιου Κωνσταντίνου E’ (741 775) και αδελφός του Λέοντα Δ’ (775 780), ο οποίος τον εξόρισε στη Χερσώνα με την κατηγορία ότι συνομωτούσε εναντίον του. Αφού ανακλήθηκε μετά από λίγο από την εξορία του, ο Ν. έμεινε στην… …   Dictionary of Greek

  • Νικηφόρος Ουρανός — Βυζαντινός στρατηγός. Βλ. λ. Ουρανός. Επώνυμο Βυζαντινών στρατηγών …   Dictionary of Greek